Friday, December 07, 2007

How the Aussies view us Greeks

The following is an excerpt from my chat with Pete. Pete is an Australian, whose ancestor got deported from Holland for stealing a glass of beer. With that kind of pedigree, Pete is obviously in no position to judge other, superior civilisations, but being an Aussie, he has all the adorable characteristics they have: rude, nasty, judgmental and thinking they're definitely the bee's bollocks globally. This post is in English, so that he can partake of all the lovely things I have to say about him. Enjoy:

[10:11:26 πμ] Foteini says: there will only be one mentally challenging question in that test
[10:11:35 πμ] Foteini says: have you ever truly worked in your life?
[10:11:52 πμ] Peter says: this is for the men right?
[10:12:00 πμ] Peter says: particularly the island boys
[10:12:17 πμ] Foteini says: yep
[10:12:24 πμ] Peter says: do you rate your donkey higher than your wife your mother picked for you
[10:12:30 πμ] Foteini says: HAHAHAHAAHAHAHAHAHAH
[10:12:39 πμ] Foteini says: :D
[10:12:47 πμ] Foteini says: how sad and true
[10:12:54 πμ] Peter says: I know
[10:13:23 πμ] Foteini says: you got the greek psyche down to a pat
[10:13:36 πμ] Peter says: scary isnt it
[10:14:04 πμ] Foteini says: yeh like an x-men supernatural power
[10:14:09 πμ] Foteini says: you can do good with it
[10:14:12 πμ] Peter says: we see the same traits here in the greek community
[10:14:16 πμ] Foteini says: or you can totally screw up
[10:14:26 πμ] Foteini says: i guess they re even more exaggerated there
[10:14:48 πμ] Peter says: its a cross between ute boy and mommas donkey boy
[10:15:14 πμ] Foteini says: how charming
[10:15:21 πμ] Foteini says: starting with the smells
[10:15:52 πμ] Peter says: yes they carry the donkey in the back of the ute with the dog and momma in the front seat yelling out directions
[10:16:02 πμ] Peter says: the girlfriend/wife gets the dogs seat
[10:16:16 πμ] Foteini says: oh i thought she stayed at home with the brats
[10:16:31 πμ] Peter says: thats post wedlock
[10:16:38 πμ] Peter says: i was discussing the courting ritual
[10:16:41 πμ] Foteini says: oh ok
[10:16:46 πμ] Foteini says: hahahaahh do go on
[10:17:30 πμ] Peter says: well once momma makes her choice the candidate is advised by txt message to go see the local priest and get her house keys removed from her
[10:17:49 πμ] Peter says: once she abdies the priest arranges a marriage ceremony with the donkey standing in as proxy
[10:18:00 πμ] Foteini says: hahahaha
[10:18:04 πμ] Peter says: she is busy in the kitchen making souvlaki for the reception
[10:18:16 πμ] Foteini says: you got me there
[10:18:20 πμ] Foteini says: i was gonna ask
[10:18:31 πμ] Peter says: the groom and the donkey go on honeymoon leaving the bride to be broken in by momma
[10:18:40 πμ] Foteini says: hahahaahah yep
[10:19:41 πμ] Peter says: on return from the honeymoon the donkey returns to the taverna to drink ouzo and shoot the shit with locals and the groom gets busy artificially inseminating the bride via mommas kitchen gloves and a turkey baster
[10:19:57 πμ] Peter says: momma presides over the ritual of course
[10:20:04 πμ] Peter says: and thus greek life begins anew
[10:20:10 πμ] Foteini says: oh i thought that was the immaculate conception
[10:20:28 πμ] Peter says: no that is when the donkey is intimately involved
[10:20:35 πμ] Foteini says: maybe we could term it the immommaculate conception
[10:20:36 πμ] Peter says: it has a reputaiton to uphold
[10:20:43 πμ] Foteini says: HAHAHAAHAHAHAHAHAHAHAHAHAAH
[10:21:23 πμ] Peter says: i'll leave you to convert the ramblings into a short script for a documentary by david attenborough

I should however point out that he is married to a Greek lady (how she made that mistake is totally beyond me), so he might actually have insider information that do validate his ramblings (sic). And, David Attenborough... mate, you've got to be kidding me!

Tuesday, November 27, 2007

Ιστορίες του Χωρκού - Η Μάχη με το Θάνατο

Η Μάχη ήταν από μικρή σκληρό παιδί. Σκληρό από την άποψη ότι δεν είχε συναισθήματα ούτε για τους ανθρώπους γύρω της ούτε για τα ζωντανά, δεχόταν την πραγματικότητα όπως ήταν και ποτέ δεν βασανιζόταν από το αίσθημα της αδικίας ή της στενοχώριας των άλλων, παρόλο που είναι ένας πραγματικά καλόψυχος άνθρωπος.

Η αδερφή της γιαγιάς μου τη θυμάται από μικρή. Θυμάται ότι πηγαίνανε μαζί τα καλοκαίρια στο χωράφι, για να θερίσουν. Παρόλο που τις περίμενε μια μέρα πολύ σκληρής δουλειάς, η γιαγιά μου και η αδερφή της είχαν να μοιραστούν το πλουσιοπάροχο γεύμα ενός κρεμμυδιού κομμένου στη μέση (τα οικονομικά της οικογένειας ήταν πενιχρά και ο προπάππους τρομερά τσιγκούνης). Η Μάχη όμως, σαν γόνος πιο ευκατάστατης οικογένειας, πέρα από το κολατσιό της συνήθιζε σε όλη τη διαδρομή να μασουλάει σταφίδες για να έχει δυνάμεις για όλη τη μέρα. Δεν τις μοιράστηκε ποτέ με κανένα από τα άλλα κορίτσια. Κι επίσης πραγματικά δεν καταλάβαινε γιατί την κοιτούσαν με τόσο μίσος οι υπόλοιπες σε όλο το δρόμο και της φώναζαν να τις φάει τουλάχιστον όλες μια κι έξω για να τελειώσει πιο γρήγορα το μαρτύριό τους.

Τα χρόνια πέρασαν, η Μάχη παντρεύτηκε, έκανε παιδιά κι εγγόνια, κουφάθηκε ελαφρά – γι’ αυτό όταν βλέπει ειδήσεις κανένας άλλος στη γειτονιά δεν ανοίγει την τηλεόρασή του – και επιδιδόταν στις αγαπημένες της ασχολίες: να σκοτώνει με γυμνά χέρια τα σκυλιά που της έτρωγαν τις κότες και να ντύνει τους νεκρούς του χωριού γιατί οι περισσότερες γυναίκες ήταν πιο λιγόψυχες από αυτή.

Κάποτε έπρεπε να ντύσει ένα γέρο. Ήταν καλοκαίρι, οι συγγενείς ξενυχτούσαν το νεκρό στην αυλή (περισσότερο κουτσομπόλευαν, ο εκλιπών ήταν μεγάλος κι άρρωστος κι έτσι κανένας δε στενοχωρήθηκε ιδιαίτερα) και η Μάχη ήταν στην κρεβατοκάμαρα επί τω έργω, όταν ξαφνικά πετάχτηκε στην πόρτα με ένα σλιπάκι στα χέρια και φώναξε στη νύφη του μακαρίτη: «Μωρή, Μαρίνα, τι πατσαβούρι μου ‘δωσες εδώ πέρα; Φέρε ένα σώβρακο να βάλουμε τ’ ανθρώπου!».

Η εξοικείωσή της με το θάνατο ήταν τέτοια που ακόμα κι όταν πέθανε ο ίδιος της ο άντρας, εκείνη δεν πτοήθηκε καθόλου και μάλιστα εκείνη ήταν που έπλενε τα κόκαλά του με κρασί όταν έγινε η εκταφή.

Ο άντρας της πέθανε πριν από μερικά χρόνια (το θυμάμαι κι εγώ αμυδρά) βράδυ. Είχαν μαζευτεί πάλι οι χωριανοί στην αυλή και η οικογένειά του ήταν μαζί του στο δωμάτιο όπου ψυχομαχούσε. Η μόνη που έλειπε ήταν η Μάχη, εκείνη ήταν πιο πρακτικό πνεύμα και κανόνιζε τις λεπτομέρειες της κηδείας. Από δευτερόλεπτο σε δευτερόλεπτο ο άνθρωπος θα χανόταν, αλλά είχε ακόμα τις αισθήσεις του. Μέχρι που μπήκε στο δωμάτιο η Μάχη και ρώτησε τη νύφη της με τη βροντερή της φωνή (είπαμε λόγω μερικής κώφωσης): «Μάτω, αυτό το τραπεζομάντιλο είναι καλό να το στρώσουμε κάτω από την κάσα;» Ο ετοιμοθάνατος ανασηκώθηκε στο στρώμα, την κοίταξε με γουρλωμένα μάτια και πέθανε...

Thursday, November 22, 2007

Ο έχων ώτα να τα κλείσει πάραυτα!


Προχτές χάζευα μια εκπομπή για το τέρας της λίμνης Νες στη Σκωτία και άκουσα το εξής κουλότατο: "Ο άνθρωπος που ανέφερε την ύπαρξη της Νέσι για πρώτη φορά ήταν ο Χάρλι Στριτ Σέρτζιον"!!!!!!
Δε σας λέει κάτι; Για δείτε το στα Αγγλικά: Harley Street Surgeon, όπου Harley Street ένας δρόμος στο Λονδίνο όπου έχουν τα ιατρεία τους οι κορυφαίοι και ακριβότεροι γιατροί.
Κατάλαβες δηλαδή; Τρως τα νιάτα σου να βρεις κάτι εξωπραγματικό να μείνεις στην ιστορία, κι έρχεται ο ανώνυμος Έλληνας μεταγλωττιστής και σου γαμάει τα πρέκια! Κατάρα!

Wednesday, November 14, 2007

Ο λόγος σου με χόρτασε και το ψωμί σου φάτο

Ατάκες που έγραψαν ιστορία, που έπεσαν πάνω μου σαν τα αμόνια στα καρτούν κι όταν σηκώθηκα ήμουν πλακί:



1. "Καταλαβαίνω το μικροαστισμό και τη μιζέρια του μέσου Έλληνα που προσπαθείς να εκπροσωπήσεις, αλλά δεν τα καταφέρνεις γιατί είσαι έξυπνη, γι'αυτό θα σου δώσω εγώ την κάρτα μου να με πάρεις τηλέφωνο να βρεθούμε."


Αυτό από δικηγόρο (έχει σημασία!) που επί ένα τέταρτο προσπαθούσε να με πείσει να του δώσω το τηλέφωνό μου για να βγούμε κι εγώ αρνιόμουν ευγενικά μεν, πεισματικά δε (κοινώς μουλαρίσια). Γιατί η Ακαδημία δεν έχει προβλέψει να ξαμολύσει νανάκια ανά τον κόσμο, τα οποία θα καραδοκούν στις γωνίες και με το που πέφτει τέτοια μπαλαφάρα θα πετάγονται και θα δίνουν το Όσκαρ στο σοφολογιότατο που τη σκαρφίστηκε;



2. "Κοίτα, περνάω μια χαρά, αλλά.... δεν είμαι ερωτευμένος μαζί σου... (παύση εντατικής σκέψης, ακούγονται τα καλωδιάκια στον εγκέφαλό του που τσιτσιρίζονται) κι αυτό είναι περίεργο, γιατί εγώ συνήθως πέφτω με τα μούτρα..."


Μμμμμ, μάλιστα. Να σου πω, τώρα που φεύγεις, με πετάς μέχρι τη θάλασσα? Ξέρω, σε βγάζω λίγο από το δρόμο σου, αλλά είναι επείγουσα ανάγκη να αυτοκτονήσω σήμερα. Μισό να πήξει το τσιμέντο στα παπούτσια και φύγαμε.



3. "Όταν ήσουν πιο μικρή το βυζί σου ήταν πέτρα. Τώρα...."



Ααααα, έχω να σου γνωρίσω έναν φίλο μου. Θα παίζετε μαζί βελάκια κι εγώ θα κάνω τον κινούμενο στόχο.

Γράφοντας τα παραπάνω θυμήθηκα και μια άλλη, δικιά μου αυτή τη φορά, που αν δεν ήταν για Όσκαρ, τουλάχιστον ένα ΜΠΑΦΤΑ Χαράλαμπε το άξιζε!

Σκηνικό: με τον καλό μου στο κρεβάτι, επί των προκαταρκτικών. Εκείνος προσπαθεί να θυμηθεί τι έχει διαβάσει κατά καιρούς για τις γυναικείες ερωτογενείς ζώνες από έγκριτα αντρικά περιοδικά (χα!) κι εγώ ακολουθώντας τη σοφή συμβουλή του Κοσμοπόλιταν να ενθαρρύνεις τον καημένο που ιδροκοπάει και να μην κάθεσαι εκεί πέρα με την ευφράδεια του Ραμσή, του λέω κατά φάσεις πότε κάνει δουλειά και πότε όχι.

Σε φάση αγγελοπετριάς πετάω το εξής:

Όταν μου κάνεις αυτό νιώθω έτσι...
Όταν μου κάνεις το άλλο νιώθω αλλιώς....
.... Κι ένα αστραπόβροντοοοοοο.... (αλά αφεντικό Ζήκου)


Το ότι γέλασε τρελά μετά το αρχικό σάστισμα εκτιμήθηκε και ανταμοίφθηκε δεόντως...

Thursday, September 20, 2007

Υπάρχουν άνθρωποι που ζουν μονάχοι.....

Τις προάλλες ήμουν στο Λονδίνο και εκεί που περιδιάβαινα με το γνωστό ύφος του τουρίστα που και το φρεάτιο της ΕΥΔΑΠ να του δείξεις θα θαυμάσει, πέρασε από μπροστά μου ο εν λόγω κύριος. Ναι, κύριος είναι, βιολογικά τουλάχιστον κι ας μη του φαίνεται. Εννοείται ότι δεν μπορούσα να τον φωτογραφίσω ανφάς για να σας δείξω το μεγαλείο του θέματος. Κάτω από την ξανθιά πλαστική περούκα που κρεμόταν λίγο άτσαλα από το κεφάλι του, το γερασμένο του πρόσωπο ήταν βαμμένο έντονα και άγαρμπα - η γαλάζια φωσφοριζέ σκιά απλωνόταν μέχρι το φρύδι, το οποίο δεν ήταν μεν βγαλμένο αλλά είχε προστεθεί μια γραμμή με το μολύβι που σχεδόν ενωνόταν με τον κρόταφο. Το καλσόν είχε και σχέδιο τρυπητό, αλλά το παπούτσι ήταν αντρικό και δεν ταίριαζε ούτε με την τσαντούλα που περιέφερε χαριτωμένα ο μεσιέ. Το σώμα του ήταν επίσης ατσούμπαλο, γιατί ενώ το στήθος και η κοιλιά ήταν πρησμένα, προφανώς λόγω οιστρογόνων, υπέθετα πως αυτό θα είχε αντιστρόφως ανάλογες επιπτώσεις στην πάσαν πατρότητος ελπίδαν (ναι, κοίταξα και εκεί, το ομολογώ!).

Ο κύριος προφανώς είχε συγκεκριμένη αποστολή, γιατί περπατούσε βιαστικά και με στοχοπροσήλωση. Κάθε φορά όμως που έβλεπε μπροστά του ένα άγαλμα, σταματούσε για λίγο μπροστά του και κάτι μουρμούριζε. Τώρα τι είδους τελετουργικό ήταν αυτό, θα σας γελάσω.

Όταν ξεπέρασα το οπτικό παράδοξο του θέματος, με πιάσανε οι φιλοσοφικές και υπαρξιακές μου ανησυχίες. Κανείς δεν έριξε έστω δεύτερη ματιά. Δεν ξέρω αν είχαν οι άλλοι δίκιο που θεωρούσαν το θέαμα φυσιολογικό, με την έννοια ότι ο καθένας είναι ελεύθερος να κυκλοφορεί όπως θέλει ή εγώ που η εικόνα μού προκαλούσε μια στενοχώρια για έναν άνθρωπο που εμφανώς έχει μπλέξει ταυτότητες, πραγματικότητες και όλα τα συναφή.

Μήπως τελικά η ανεκτικότητα, το politically correct και η απόλυτη ελευθερία μάς αποξενώνουν τελικά από ανθρώπους που δεν κάνουν απλά το κέφι τους αλλά έχουν βαθύτερα προβλήματα; Θα μου πεις και ποιος σου λέει εσένα ποιος είναι προβληματικός και ποιος έχει το δικαίωμα να παρέμβει στη ζωή του άλλου κλπ κλπ. Ειλικρινά δεν ξέρω. Απλά η εικόνα ενός ανθρώπου τόσο έξω από συμβάσεις να κινείται μέσα σε ένα πλήθος συμβατικών χωρίς κανείς να δίνει σημασία στη διαφορετικότητά του μου θύμισε λίγο την κραυγή του Munch και μου έκανε κάπως άγριο.

Thursday, July 26, 2007

Όνειραααααα, πουλιά μου ταξιδιάρικαααααα

Κατα γενική ομολογία όσων με γνωρίζουν, βλέπω μακράν τα πιο κουλά, μπερδεμένα και ανεξήγητα όνειρα υπερπαραγωγές της επικρατείας. Ακολουθεί σχετικό απάνθισμα. Κάθε ψυχαναλυτική γνώμη δεκτή.

1. Ληστεία, Υπερπόντια Ταξίδια και Πανηγύρι στο χωριό




Πάω με τη θεία μου και την εγγονή της στην τράπεζα. Εκεί γίνεται ληστεία, αλλά οι πελάτες φυγαδεύονται σε ένα διπλανό κτίριο, το οποίο σταδιακά μετατρέπεται σε πλοίο και ξαφνικά βρίσκεται να πλέει στη θάλασσα κι εγώ στέκομαι στην κουπαστή και κοιτάω το νερό από κάτω. Νιώθω πολύ ζωντανά την αρμύρα και τη μυρωδιά του πετρελαίου και είμαι σχετικά ήρεμη. Όπως κοιτάω το απροσμέτρητο βάθος, από κάτω περνάει αργά και αθόρυβα μια τεράστια μπλε φάλαινα. Τότε συνειδητοποιώ πόσο βαθιά πρέπει να είναι η θάλασσα και με πιάνει ένας τρόμος που όμοιο του δεν έχω ξανανιώσει στον ύπνο μου. Όμως το πλοίο συνεχίζει κανονικά την πορεία του και στο βάθος αχνοφαίνονται φώτα. Πλησιάζοντας βλέπουμε γιρλάντες από λάμπες, κόσμο πολύ που χορεύει και διασκεδάζει και ακούγεται δυνατή χαρούμενη μουσική. Με στέλνουν να ρωτήσω πού βρισκόμαστε και η απάντηση είναι στην Παραγουάη.

2. Τα γενέθλια



Έχω γενέθλια αλλά κανένας δεν μπορεί να γιορτάσει μαζί μου, όλοι έχουνε κανονίσει κάτι άλλο. Γι' αυτό και καταλήγω στο μπαράκι της γειτονιάς με έναν φίλο μου. Κατά αδιευκρίνιστο τρόπο μαθαίνω ότι όλοι οι άλλοι οι μουλωχτοί έχουν πάει κρυφά στον Στράτο Διονυσίου κι εμένα δεν με πήραν μαζί τους. Αποφασίζω να πάω από εκεί να τους τα ψάλλω. Τω όντι, πάω αλλά εκεί δεν είναι μπουζούκια, αλλά ένα σπίτι, κι ο Διονυσίου τραγουδάει μέσα στο σπίτι. Απτόητη μπαίνω μέσα κι αρχίζω να τους ξεχέζω που δε μου είπανε να πάω κι εγώ μαζί τους. Τότε βλέπω πως είναι μαζί τους και το αφιόνι μου, ο λόγος που κάηκε η γούνα μου, ο έρως μου ο αγιάτρευτος και λέω ας μην υστεριάζω και με κακοχαρακτηρίσει το παιδί. Αυτός έρχεται να μου μιλήσει και απομακρυνόμαστε από τους άλλους. Κάποια στιγμή σκύβει να με φιλήσει αλλά το μετανιώνει και τότε τον φιλάω εγώ με το ζόρι. Δίπλα μας βλέπουμε μια χαμηλή ξύλινη πόρτα. Κοιταζόμαστε, και την ανοίγουμε διστακτικά. Αυτομάτως μεταμορφωνόμαστε σε παιδιά. Πίσω από την πόρτα, που προφανώς είναι κρυφή, είναι ένα παμπάλαιο βιβλιοπωλείο, σαν αυτά που βλέπεις σε ταινίες εποχής. Η χαρά μου δεν περιγράφεται! Γυρνάω στο αφιόνι και του λέω "Κοίτα! Παράδεισος!". Καταλαβαίνω ότι κάτι είναι κρυμμένο μέσα σε αυτό το βιβλιοπωλείο και πρέπει να ψάξουμε να το βρούμε. Αυτός με πιάνει από το χέρι, μπαίνουμε στο βιβλιοπωλείο και κλείνουμε πίσω μας την πόρτα.

3. Οι Γερμανοί ξανάρχονται


Εγώ και η φίλη Έφη είμαστε πάνω σε ένα πλοίο, το οποίο βυθίζεται. Πανικόβλητη ρωτάω την Έφη τι θα κάνουμε για να γλιτώσουμε. Εκείνη ατάραχη μου απαντά "Θα κολυμπήσουμε". Εγώ όμως δεν ξέρω κολύμπι και φοβάμαι πολύ. Παρόλα αυτά αποφασίζω να κάνω ό,τι μου πει. Βγάζουμε τα ρούχα μας για να μην βραχούν (!) και απο κάτω φοράμε και οι δύο τα ωραιότατα μαγιουδάκια που είχαμε αγοράσει ίδια στην Αγγλία για να πηγαίνουμε στο κολυμβητήριο. Πηδάμε από την κουπαστή και το νερό μας έρχεται μέχρι το γόνατο, αλλά το πλοίο βυθίζεται κανονικά. Κολυμπάμε μέχρι την ακτή αλλά εκεί μας περιμένουν άλλα δεινά. Πόλεμος με τους Γερμανούς! Οι σφαίρες, οι βόμβες και οι οβίδες πέφτουν βροχή! Τρέχουμε να κρυφτούμε αλλά οι Γερμανοί μας πιάνουν και με κλείνουν σε ένα πολύ μικρό δωμάτιο, σαν όρθιο φέρετρο. Η τύχη της Έφης αγνοείται έκτοτε. Εγώ παρέμεινα για πολύυυυ καιρό μέσα στο όρθιο φέρετρο, ώσπου μια μέρα αποφασίζω να δραπετεύσω. Δίνω μια κλοτσιά στην πόρτα, και πετάγομαι έξω....για να με πιάσει ο φύλακας που περιμένει απέξω και να με ξανακλειδώσει χωρίς κόπο μέσα....

4. Η Κόρη του Σεφερλή



Πηγαίνω ένα μακρινό ταξίδι με λεωφορείο. Το λεωφορείο μετακινείται στις όχθες μιας λίμνης και είναι πολύ ωραίο τοπίο, με δάση και πρασινάδα να αντικατοπτρίζονται στα ήσυχα νερά. Όταν φτάνω στον προορισμό μου, με περιμένουν ο Μάρκος Σεφερλής, η γυναίκα του και η καθυστερημένη κόρη του. Η μικρή για κάποιο λόγο με αγάπησε τρελά και δεν ξεκολλούσε από πάνω μου. Εγώ όμως είχα ένα μυστικό το οποίο δεν έπρεπε να μαθευτεί. Είχα μια δισκέτα κρυμμένη στο παντελόνι μου, η οποία άρχιζε να κυλάει στο μπατζάκι και έπρεπε επειγόντως να την ξανακρύψω για να μη τη δει κανείς. Αλλά η μικρή δεν ξεκολλούσε ακόμη κι όταν κρύφτηκα σε ένα δωμάτιο, παρόλο που της είπα να περιμένει απέξω για λίγο. Έβαλε τα κλάμματα, άρχισε να σκούζει και κατέφτασε τρέχοντας η μάνα της, η οποία μου έβαλε τις φωνές γιατί στενοχωρούσα το κακόμοιρο το κοριτσάκι που ήταν και καθυστερημένο. Εγώ απλά ήθελα να τους πλακώσω όλους στα χαστούκια.


Φευγαλέες εικόνες από όνειρα: στη διαδρομή Γιάννενα - Θεσ/νίκη βρίσκω τα Ιμαλάϊα στην Κατερίνη - είμαι στη Σουηδία την ώρα που βραδιάζει και χαζεύω τους κύκνους που πετάνε όλοι μαζί στον ορίζοντα, αλλά μετά διαπιστώνω ότι δεν έχω εισητήριο να γυρίσω στο σπίτι - αντί για χέρια έχω πόδια γουρουνιού.

Thursday, April 19, 2007

Ιστορίες του χωρκού ΙΙΙ - Αδυναμίες

Ο Παστρικός εδώ και 15 χρόνια και βάλε ζει με έναν πνεύμονα, ένα νεφρό και καρκίνο στον προστάτη. Όλον αυτό τον καιρό δεν σταμάτησε ποτέ να καπνίζει σα βρεγμένο κούτσουρο, να πίνει τα ρακιά του στο καφενείο τα μεσημέρια, να τρώει σα μωρό στην ανάπτυξη και να επιδίδεται στην αγαπημένη του ασχολία, να τσιγκλάει τη γυναίκα του τη Μάτω (εκ του Σταματία) μέχρι να βγάλει αυτή καπνούς από τα αυτιά. Τώρα τελευταία, ένεκα η ηλικία, είναι στο κρεβάτι και δεν πολυκυκλοφορεί. Οι αδυναμίες όμως παραμένουν, κι έτσι συχνά πυκνά βγάζει τη μάσκα του οξυγόνου, καπνίζει το τσιγαράκι του και μετά ικανοποιημένος την ξαναφοράει και συνεχίζει τη θεραπεία του.

Ο Ηράκλειος είναι μανιώδης χαρτοπαίχτης. Παλιότερα που η Ευρωπαϊκή Ένωση ήταν μικρή κι αθώα και μοίραζε επιδοτήσεις στους Έλληνες αγρότες αφειδώς, φεύγανε εν μία νυκτί πολλά λεφτά από τα χέρια του. Τώρα με το ευρώ τα πράγματα είναι πιο ζόρικα ως γνωστόν, οπότε τα πολλά πολλά στοιχήματα έχουν κοπεί. Οι αδυναμίες όμως παραμένουν, κι έτσι στήνεται από νωρίς στο καφενείο για να ψαρέψει συμπαίχτη για μπιρίμπα - είναι ικανός να παίξει ακόμη και με το Λάκη, τον τρελό του χωριού! Μια φορά το χειμώνα, εν μέσω μιας αγωνιώδους παρτίδας, κόπηκε το ρεύμα στο καφενείο. Απτόητος ο Ηράκλειος πετάχτηκε μέχρι το σπίτι του, έφερε δύο λάμπες πετρελαίου και συνέχισε την παρτίδα με πιο αυθεντική ατμόσφαιρα σαλούν.